15/11/15

Κάποτε στα Πετράλωνα...

Αθήνα, 1941. Γερμανική Κατοχή.

Ο Αλέκος ο Λαδάς, παντοπώλης στα ¨Ανω Πετράλωνα, γύρισε σκεφτικός στο σπίτι του σήμερα. Το θέμα που τον απασχολούσε μήνες, αποφάσισε να το προχωρήσει επιτέλους. Καθώς η κυρά Λάδαινα έστρωνε το τραπέζι, γύρισε και της είπε: 

- Περιστέρα μου, σκέφτομαι πως αυτοί οι άνθρωποι ήρθαν εδώ για να τιμήσουν τη χώρα μας. Μπορεί να ήρθαν με τα όπλα τους και να μας πυροβολούν αλλά δε φταίνε αυτοί, φταίει αυτός ο άτιμος ο Μεταξάς που δεν τους έκαμε τα χατήρια τους εξαρχής να γλιτώναμε. Ηθελε να κάνει τον καμπόσο!

Σκέφτομαι ότι πλέον με αυτούς τους ανθρώπους πρέπει να ζήσουμε από κοινού Πέπη μου και να δεχτούμε τον πολιτισμό τους. Και τι πολιτισμό! Είδες κάτι αυτοκίνητα, κάτι τάνκς, είδες τα όπλα τους, τις στολές τους; Είναι θαύμα το πόσον όμορφα τα δημιούργησαν όλ' αυτά, το πως πειθαρχούν όλοι μαζί, ένα βήμα, μια ψυχή καθώς παρελαύνουν, καθώς όλοι μαζί στρώνουν χάμου τα χαλάκια και προσεύχονται στο θεό τους!
Δεν είναι κακοί αυτοί οι ξένοι Περιστέρα μου, τους έχομε παρεξηγήσει. ¨Εχουν ανάγκη από τη βοήθειά μας, να, προχθές πέρασε ο διοικητής τους παρέα με τον Φώντα και τον τράταρα σαρδελίτσες και ελιές. Οι ελιές δεν του άρεζαν, τις έπτυσε κατάχαμα, δεν έχουν ελιές οι καυμένοι στην πατρίδα τους. Μα εκτίμησε την χειρονομία. 
Και ο Φώντας με έπιασε παράμερα και μου'πε πως μπορώ να βοηθήσω ακόμα καλύτερα. Αφού ήλθαν και έμειναν, γιατί να αντιστεκόμεθα; Κι αν πιστεύουνε στον διάβολον εμάς τι μας κόφτει; ¨Εμποροι είμεθα, ειπε ο Ξενοφών, που κάποιοι στη γειτονιά τον λένε 'φον'. Ακούς γυναίκα; 
Φον Μπίχλας, πόσο γελοίον! Επειδή μπαινοβγαίνει στο Διοικητήριο και διαπραγματεύεται μαζί τους για το καλό μας τονε βρίζουνε κι από πάνω!

- Και τι σου' πε ο βρωμύλος ρε Αλέκο; ρώτησε η Περιστέρα ενοχλημένη. "Αυτός, είναι κλέφταρος και μαυραγορίτης... "

-Σώπα γυναίκα. Δεν είναι μαυραγορίτης, μην τα λες αυτά. Είναι φιλάνθρωπος, σώζει ζωές, βοηθά τους φτωχούς να μην πεθάνουν της πείνας. Κι οι ξένοι μας, φτωχοί άνθρωποι είναι μην κοιτάς που τους ανάγκασε η μοίρα να έρθουν στη χώρα μας και να μας κατακτήσουν. Αν δεν πεινούσαν στη χώρα τους δεν θα' φταναν εδώ και φταίμε εμείς που πείνασαν! Δεν εμποδίσαμε τους αγγλογάλλους, που τους εχθρεύονταν από τον προηγούμενο πόλεμο...

- Μα Αλέκο μου πότε έκαμα εγώ κι εσύ κάποιον άραβα γερμανό να πεινάσει; Δεν τους πληρώσαμε το πετρέλαιο και το καμιόνι που μας πούλησαν; Και πως να εμποδίσουμε εμείς τους αγγλογάλλους, μας ερώτησε κανένας;

- `Αστα αυτά, Περιστέρα, είναι πολιτική και δεν τα καταλαβαίνουν οι γυναίκες. Και μου' πε ο Φώντας να πάω την Τετάρτη στην πλατεία που θα φέρουν κάτι παλιανθρώπους, για αναγνώριση. Θα μου φτιάξεις τρύπες για τα μάτια στην μαξιλαροθήκη εκει πέρα μη με καταλάβουν, απλώς θα δείξω εγώ ποιά τομάρια είναι αυτά που δε σέβονται τους φιλοξενούμενούς μας... κι ας τους τιμωρήσουν οι Γερμανοί. 
Μούπε κι άλλα ο Φώντας πιο σπουδαία:
Μαζί εμείς κι οι γερμανομουσουλμάνοι θα φτιάσομε κοινωνίαν, ισλαμικήν κι ελληνογερμανικήν, δεν θα' μαστε ίσα κι όμοια βέβαια μα δε θα' μαστε και δούλοι δα. Κι ύστερα, ο κόσμος όλος γερμανικός θα γίνει, με προφήτην το Μωάμεθ, ας προλάβομεν να πιάσομεν θέση πρώτοι. Κακό είναι; Το συμφέρο μας είναι να πάμε με τα νερά τους. Κι ο πρόπαπος μου δα, το ίδιο έκαμε, προσεκύνησε τον Σουλτάνον, αλλαξοπίστησεν, τον έκαμαν δραγάτη  κι έτσι πήρε το βιός του Ευριπίδη που τον εσούβλισαν οι Τούρκοι. Μα όταν ήρθε η επανάστασις το γιο του Αγά τον έσφαξε... κι από κείνες τις λίρες έφτιασε το μπακάλικο μαζί με τον σχωρεμένο τον αδερφό του.

- `Ασε με, αυτά τα ξέρω... Δηλαδή ρε Αλέκο για να βοηθήσεις τους καυμένους τους ξένους που ξεβράστηκαν στη χώρα μας θα γίνεις Ιούδας και θα βάλεις κουκούλα να δείχνεις ποιός θα ζήση και ποιος θα πεθάνη; 
Δηλαδή ρε Αλέκο κακο χρόνο να' χεις, πιστεύεις πως θα κάμουμε χωριό μ' αυτούς τους κερατάδες που μας σκοτώνουνε όπως σκοτώνει τις μύιγες ο Βαγγέλας ο χασάπης, για να διασκεδάσουν; 
Είσαι δειλός Αλέκο και δεν έχης το θάρρος να αντισταθής.

Δε σου φτάνει συμφοριασμένε που παίρνεις τα δαχτυλίδια των γυναικών για μια οκά φασούλια και τα δίνεις των ξένων για να πιούν σαμπάνιες, θα πας να γίνεις και καταδότης; Τι θα πει ο κόσμος ωρέ;

- `Ακου, Περιστέρα μου, ο κόσμος είναι ηλίθιος μη σε νοιάζει καθόλου γι' αυτό. Παίρνω ένα σαλαμάκι, βγαίνω μπροστά από το μαγαζί, κόβω λεπτές λεπτές φετούλες και λέγω: Εσύ εκεί, κάμε τον σκύλον! `Αμα τους έβλεπες, πως γαβγίζουν Περιστέρα μου που νομίζουν ότι θα τους δώσω να φάνε σαλάμι θα λυθής από τα γέλια! Τους κάμω ό,τι θέλω.
Εσύ, προστάζω, "δείρε εκείνον εκεί να σου δώσω μια ελιά". Μαύρος ο κακομοίρης! Κάμε κωλοτούμπες, είπα σ' έναν άλλον, και του'δωσα δυο φέτες ψωμί, βλέπεις, μ' αγαπάνε κιόλας που είμαι φιλάνθρωπος και με ψήφισαν και Δήμαρχο Πετραλώνων δυο φορές. Τους έταξα δωρεάν σαλάμι για όλους και δυο αβγά μελάτα καθ' εκάστην αν με ψηφίζανε! Και με ψηφίζουνε και με φοβούνται, όποιος πάει να παραπονεθή παραγγέλνω στο Νταβέλη το λήσταρχο και πάει νύχτα και τους κάνει τ' αλατιού με τα παλικάρια του. Και Το πρωί τους λέγω πως θα τους σώσω απο το Νταβέλη κι αυτοί εκεί, τα χάφτουνε γυναίκα! και με ψηφίζουνε για να τους σπάω τα κεφάλια και να τους παίρνω τα λεφτά τους και να τους προστατεύω από το Νταβέλη (ξεσπάει στα γέλια).
- Δεν έχης το θεό σου Αλέξη. Θα γίνης σαν τον Μπίχλα τον προδότη, δωσίλογο τον ανεβάζουνε, χαφιέ τον κατεβάζουνε, ο Βασιλάκης της Χαρχάλως που'ναι στο αντάρτικο είπε θα τονε σκοτώση μια μέρα. ¨Αλλο πράμα που κλέβης στο ζύγι, που τους κοροιδεύης και βάζεις το ληστή να τους κλέβη και να στα δίνη εσένα κι άλλο να πας να γενείς Δήμιος.
- Ρε γυναίκα, δεν μ' έκαναν δήμαρχο για να σπάσουν πλάκες. Εχω σχέδια εγώ! Τους έταξα σαλάμια, αυγά, χαβιάρι και σολωμό, το Νταβέλη στα κάτεργα, ειρήνη με τους κατακτητές, μέχρι και σύνταξη τους έταξα μα κανείς δεν ξεύρη ακόμη τι είναι τούτο! Τους δίνω όμως αέρα κοπανιστό και ξύλο και κατήρτισα μια λίστα με τα καλύτερα σπίτια της γειτονιάς να μείνουν μέσα οι ξένοι μας να τους περιποιηθούμε, να φέρουν και τις γυναίκες τους από τη χώρα τους να εγκατασταθούν!
Και μη σε νοιάζει καθόλου, τι θα πει ο κόσμος! Θα με ψηφίζουν οι Γερμανοί μετά! Μπορεί όταν γεράση ο Φύρερ να γίνω εγώ Φύρερ που ξέρης; Να, αφήνω ήδη και τον μύστακα, βλέπης; Και θα βάλω και τουρμπάνι, έχω εκείνο του παπού μου. Ζήτω η νέα τάξις των Ισλαμογερμανών Ελλήνων !
Την καρεκλίτσα μου μη χάσω διότι πλήττω. Αν δεν ακούσω πέντε "ζήτω" την ημέραν νοιώθω άχρηστος... 
Κι η Περιστέρα ξέσπασε σε λυγμούς. Καυμένη μου πατρίδα... που έμπλεξες... μα δεν άντεξε ούτε να τον φτύσει τον άντρα της. Δάκρυσε και του' πε ότι αυτά τα κρομμύδια είναι πολύ στιφά.