17/5/14

(Εν όψει των εκλογών) Μαδώντας τη μαργαρίτα

Τοῦ Σαράντου Καργάκου
Ακόμη δεν  είχαν σβήσει τα πρώτα χαμόγελα της άνοιξης. Ο Ευθύφρων, όχι ο αρχαίος μάντις και μαθητής του Σωκράτη, παλαιός και ομήλικος φίλος περιπατούσε στο αλσύλλιο της γείτονας περιοχής εν μέσω αυτοφυών εαρινών ανθέων. Κρα­τούσε λευκή μαργαρίτα, την όποια μαδούσε μετά προσοχής και υποτονθόρυζε (= κρυφομουρμούριζε) μονοτόνως, όπως οι Ινδοί τη λέξη «ομ», «ομ», κάποιον ασαφή ρηματικό τύπο.....

Πέρασε από το μυαλό μου αμαρτωλός ο υποτοπασμός (υπόνοια): «Βρε μπας: Και σ’ αυτή την ηλικίαν;». Αλλά κα­τά το παροιμιακόν. «ὁ ἔρως χρόνια δέν κοιτᾶ».
Και θυμήθηκα τον «σεβντά» του 80χρονου Γκαίτε προς καλλίμορφον νεανίδα και του ημέτερου Παλαμά προς την μουσόληπτον Ραχήλ. Και να ’ταν μόνον αυτοί; Επλησίασα ακρονυχί τον Ευθύφρονα. του είπα περιγελαστικά:
- «Δεν αισχύνεσαι. ω τυμβογέρον, σε αυτή την ηλικία, που κανονικά θα έπρεπε να προπονείσαι για πτώμα και να παίρνεις μέτρα για κάσσα, να μαδάς τη μαργαρίτα και να διερωτάσαι σαν νεανίσκος, αν σ’ αγαπά ή σε απατά η δίμετρη Ουκρανέζα που σε υπηρετεί; Αυτή. για να στο πω αρχαϊστί είναι “κάσσα” σωστή. Όλη η γειτονιά το ξέρει».
Πιθανώς, αυτό που δεν  ξέρει ο αναγνώστης είναι πως στην αρχαία αργκό κάσσακασσαβάς ή κασαλβάς λεγόταν η γυναίκα ευτελών ηθών και ευτελούς τιμής.
Ο Ευθύφρων με κοίταζε με το βλακώδες ύφος των χοντρών αγαλμάτων του Βούδδα:
- «Προς Θεού, εψέλλισε, πώς έβαλες τέτοιες βέβηλες σκέψεις στο μυαλό σου; Η αμηχανία μου δεν  είναι ερωτι­κή, είναι πολιτική. Τρεις μαργαρίτες έχω μαδήσει και τις ρωτώ: να πάω, να μην πάω;».
Τον διαβεβαίωσα ότι ο πηγαιμός του στον κάτω ή στον πολύ πάνω κόσμο δεν  απόκειται στη δική του βούληση, αλλά στις βουλές του Υψίστου, οι όποιες εν πολλοίς μας είναι άγνωστες. Έμεινα, όμως, με την απορία: σε τι συνί­σταται η πολιτικότητα μιας μεταβάσεως στα Τάρταρα ή στα ουράνια; Και ζήτησα, όπως θα έκανε διά της μαιευ­τικής μεθόδου ο Σωκράτης, εξηγήσεις.
Ο Ευθύφρων, ωσάν να είχε μπροστά του εξομολογητή, διέλυσε τις απορίες μου. Το δίλημμά του, να πάει ή να μην πάει, υπό στενή πολιτική έννοια, αφορούσε στις μέλλου­σες εκλογές. Να πάει ή να μην πάει να ψηφίσει;
«Έτσι κι άλλως, μου είπε Καβαφικώς, όλοι βλάπτουν την Ελλάδα εξ ίσου. Πάρε ως παράδειγμα τη σύνταξή σου».
Η σύνταξή μου, μικροτέρα λακωνικής επιστολής, ελάχι­στα με απασχολεί. Με έβαλε όμως σε σκέψεις η στάση του φίλου μου. Καθότι ο Ευθύφρων, ως ευθύφρων, είχε ευθέα φρονήματα. Σταθερές αρχές. Πώς ήταν δυνατόν αυτός ο βα­θύτατα πολιτικός, να περιήλθε στην κατάσταση του Όνου του Μπουριντάν και να μην ξέρει τι να πράξει: να φθάσει προ της κάλπης ή περιφρονητικά να της γυρίσει την πλάτη;
Γνωρίζω το σκεπτικιστικό σλόγκαν που επικαλούνται οι οπαδοί της αποχής, που σ’ ένα δοκίμιό μου τους έχω ονομάσει «απέχηδες», και το οποίο σλόγκαν φθέγγεται τα έξης: «Μην πάτε να ψηφίσετε· οι ίδιοι θα βγούνε». Γνω­ρίζω, όμως, και το οικολογικό: «Μη ρυπαίνετε το περιβάλ­λον. Ρίχτε την ψήφο σας στην κάλπη».
Ωστόσο, για να σοβαρευτούμε, αυτοί οι εξυπνακισμοί που είχαν πέραση επί δεκαετίες στην εκάστοτε νεολαία, μας οδήγησαν στο καθεστώς των ιδίων κομμάτων και προσώπων. Ή,  κι αν αλλάζουν τα πρόσωπα, να τα διαδέχονται φεουδαρχικώς οι κλώνοι τους. Ακόμη κι όταν εμφανίζονται νέ­οι πολιτικοί σχηματισμοί, αποτελούνται -κατά κανόνα- από αποδασμούς (= μέλη) άλλων κομμάτων ή σχημάτων. Έτσι ο πολιτικός μας χώρος μοιάζει με καλειδοσκόπιο.
Δεν θεωρώ τις εκλογές πανάκεια. Αλλ’ ούτε τις υποτιμώ. Θαρρώ ότι το λάθος δεν  βρίσκεται στα πολιτικά κόμματα (καλά η κακά) αλλά στους ψηφοφόρους. Όχι διότι αυτοί τα επέλεξαν, αλλά διότι αυτοί επέλεξαν λάθος πρόσωπα.
Ας μην πάμε στις ελάχιστες μονοεδρικές περιοχές όπου η επιλογή είναι περιορισμένη. Ας σταθούμε στις πολυεδρικές και συγκεκριμένα στη Β΄ Περιφέρεια Αθηνών. Είναι δυνατόν όλοι οι υποψήφιοι να ήσαν σκάρτοι; Δεν υπήρχαν καλοί, ικα­νοί, με επαρκή γνώση των πολιτικών, των οικονομικών και των πολιτιστικών θεμάτων; Ποιο, όμως, ήταν το κριτήριο της επιλογής: η ικανότητα ή αναγνωρισιμότητά;
Μπροστά μας έχουμε Δημοτικές εκλογές και εκλογές για το Ευρωκοινοβούλιο, όπου λαμβάνονται όλες οι μεγά­λες αποφάσεις. Ας αφήσουμε προς το παρόν τις Δημοτικές και ας περιορισθούμε στις «ευρωεκλογές».
Φέτος για πρώτη φορά έχουμε το δικαίωμα της σταυροδοσίας. Είναι μία κατάκτηση που, αν την αξιοποιήσου­με, μπορεί να φέρει επανάσταση μέσα στα κόμματα. Τα οποία, θέλοντας μη θέλοντας, θα προσφύγουν και σε πρό­σωπα με στοιχεία φερεγγυότητας και σοβαρότητας. Να γνωρίζουν τα ευρωπαϊκά θέματα, αλλά και τα δικά μας εθνικά θέματα· να γνωρίζουν τουλάχιστον δύο ξένες γλώσσες και επαρκώς την Ελληνική στη διαχρονία της,  επίσης ελληνική και ευρωπαϊκή ιστορία, τέχνη και λογο­τεχνία, ώστε να αποτελούν τους καλύτερους πρεσβευτές της χώρας μας στο εξωτερικό.
Φυσικά, στα ψηφοδέλτια έχουν περιληφθεί διασημό­τητες της στιγμής (αθλητές, ηθοποιοί, αοιδοί και οι γνω­στοί θαμώνες των καναλιών). Η αναγνωρισιμότητα εξα­κολουθεί να έχει βαρύτητα, διότι συμπλέει με την πολιτι­κή ανωριμότητα.
Προσωπικά, δεν  θα υποδείξω ποιο κόμμα να ψηφισθεί ή να καταψηφισθεί. Το αυτό πράττω και για τους υποψή­φιους δημάρχους και περιφερειάρχες. Μια τέτοια υπόδει­ξη απάδει προς την πνευματική μου αποστολή. Αυτό που συνιστώ είναι μελέτη των προτάσεων και των προτεινομέ­νων προσώπων. Δεν είναι δυνατόν μέσα στο πλήθος των πολλών να μην υπάρχει ούτε ένας καλός.
Τέτοια περίπου είπα στον Ευθύφρονα που δεν  τόλμησε να μαδήσει τέταρτη μαργαρίτα. Τόλμησε, όμως, να με ερωτήσει:
- «Εσύ θα πας να ψηφίσεις;». Του υπενθύμισα την απάντηση που έδωσε ο Σοπενάουερ, που είχε ταχθεί υπέρ της αυτοκτονίας, όταν ρωτήθηκε από κάποιον, γιατί ο ίδιος δεν  αυτοκτονεί:
- «Αγαπητέ, είπε, όταν με ερωτούν να τους δείξω ένα δρόμο, τον δείχνω, αλλά δεν  είμαι υποχρεωμένος να τον ακολουθήσω».
Ευφυής απάντηση, αλλ’ οι ευφυείς απαντήσεις δεν αποτελούν και ευφυείς υποδείξεις.