31/1/14

«Έδωσαν» το Αιγαίο… «πεσκέσι»

18 χρόνια μετά την κρίση των Ιμίων η συγκυβέρνηση «τακτοποιεί» τα ελληνοτουρκικά ζητήματα

«Οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας εξεταζόμενες μέσα από ένα πολιτικο-στρατιωτικό πρίσμα φαίνονται συνήθως «σκοτεινές». Το γεγονός αυτό δεν εκπλήσσει, δεδομένης της ιστορίας των δύο χωρών και του «καρκινώματος» της κατεχόμενης Κύπρου.
Αλλά, υπάρχει μία οικονομική και εμπορική διάσταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Είναι σημαντικό να θυμάται κανείς ότι ένα οικονομικό θέμα –το πετρέλαιο της θάλασσας του Αιγαίου- παραμένει μεταξύ των πλέον πιθανών λόγων ανάφλεξης στις σχέσεις τους μέσα στα επόμενα τρία με πέντε χρόνια».....

Τα παραπάνω γράφτηκαν στις 17 Οκτώβρη του 1991 από τον τότε αμερικανό πρέσβη στην Αθήνα Μάικλ Σωτήρχος σε απόρρητη αναφορά του προς το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών. Πρόκειται για ένα από τα δεκάδες τηλεγραφήματα εκείνης της περιόδου που υπέκλεψε ο Ελληνο-αμερικανός εργαζόμενος στην πρεσβεία Στηβ Λάλας και διαβίβασε στις ελληνικές υπηρεσίες.
Το εν λόγω τηλεγράφημα, μαζί με δεκάδες ακόμη, υπάρχει στο βιβλίο του Δημήτρη Μηλάκα, με τον τίτλο «Η απόρρητη ιστορία του Αιγαίου» που έχει εκδώσει το «Ποντίκι».

Ακριβώς πέντε χρόνια μετά την εμπνευσμένη αναφορά του Σωτήρχου η ελληνοτουρκική κρίση των Ιμίων έρχεται για να εκπληρώσει την αμερικανική «προφητεία» παγιώνοντας τις τουρκικές αμφισβητήσεις και ανοίγοντας μία ελληνοτουρκική συζήτηση η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη (55ος γύρος συνομιλιών) στο παρασκήνιο.
Τι ακριβώς περιλαμβάνει αυτή η συζήτηση; Τη διανομή –υπό αμερικανική στρατιωτική (ΝΑΤΟϊκή) εποπτεία- του αιγαίου και των πλουτοπαραγωγικών του πόρων, των οποίων την ύπαρξη οι αμερικανοί (όπως φαίνεται από την απόρρητη αλληλογραφία τους) δεν αμφιβάλλουν καθόλου.

Λήγει το «γραμμάτιο»
Έχουν περάσει 18 χρόνια από τα βράδυ της 30ης – ξημερώματα 31ης Ιανουαρίου 1996. Εκείνο το βράδυ, πέριξ των νησίδων των Ιμίων, η Ελλάδα προκειμένου να αποφύγει μία θερμή στρατιωτική αναμέτρηση, «υπέγραψε» μία μεταχρονολογημένη επιταγή, την οποία έκτοτε ξεπληρώνει πανάκριβα κα εντόκως.
Σήμερα, την πλέον ακατάλληλη στιγμή μάλιστα, με τη χώρα αποδυναμωμένη στον έσχατο βαθμό εξαιτίας της οικονομικής της χρεοκοπίας, η συγκυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου φαίνεται να ολισθαίνει προς μία συνολική τακτοποίηση των ελληνοτουρκικών ζητημάτων στο Αιγαίο, έτσι ώστε να επισφραγιστεί αυτό που κέρδισε με την αρωγή και εγγύηση των ΗΠΑ η Άγκυρα χωρίς να ξοδέψει ούτε μία σφαίρα.

Αν, λοιπόν, έχουν κάποια σημασία οι επέτειοι, αυτή πρέπει να αναζητηθεί στα διδάγματα που μας προσφέρουν τα γεγονότα τα οποία μας κάνουν υπερήφανους να τα θυμόμαστε ήμ όσο πρέπει δυνατούς για να μην λησμονούμε. Η περίπτωση της κρίσης των Ιμίων, προφανώς, δεν μπορεί να κάνει κανέναν υπερήφανο, εκτός ίσως από τον Σημίτη και την κυβέρνησή του, που αναγνώρισαν τις τουρκικές αμφισβητήσεις (συμφωνία Σημίτη – Ντεμιρέλ στη Μαδρίτη υπό την εγγύηση της αμερικανίδας υπουργού Εξωτερικών Μ. Ολμπράιτ) και εξαγόρασαν στη συνέχεια και κατόπιν εορτής πανάκριβα μία προστασία, υλοποιώντας το μεγαλύτερο εξοπλιστικό πρόγραμμα (και των μιζών συμπεριλαμβανομένων) όλων των εποχών.
Τότε, με το πρόσχημα της τουρκικής απειλής, η χώρα δανείστηκε δισεκατομμύρια για να τα καταβάλει στις αμερικανικές και ευρωπαϊκές πολεμικές βιομηχανίες, αγοράζοντας υποβρύχια που γέρνουν (και δεν έχουν ακόμη παραδοθεί), αεροπλάνα χωρίς κινητήρες και συστήματα αυτοπροστασίας, άρματα χωρίς απαραίτητα πυρομαχικά και πάει λέγοντας…

Το κόστος της ήττας
Η γλαφυρή γραφή του αμερικανού πρεσβευτή (Μάικλ Σωτήρχος) ήδη από το 1991 «φωτογράφισε» έως έναν βαθμό τα μελλούμενα: Η Ελλάδα υποχρεώθηκε, το βράδυ της 31ης Ιανουαρίου 1996, να καταπιεί «το δηλητηριώδες ποτό των φαινομενικά άλυτων ελληνοτουρκικών διαφορών», το οποίο παρασκεύασε κάποια μάγισσα (η οποία μάλλον κατοικοεδρεύει στην Ουάσινγκτον) μέχρι την τελευταία σταγόνα!

Η Ελλάδα, μετά την πικρή γεύση που άφησε πίσω της η κρίση των Ιμίων, θα έπρεπε να έχει αντιληφθεί ότι οι πόλεμοι δεν κερδίζονται μόνο στο πεδίο της μάχης και ότι κάποιες κρίσιμες μάχες χάνονται χωρίς καν να δοθούν.
Η κυρίαρχη (πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά) τάση στη χώρα, ωστόσο, επέλεξε να κρύψει το κεφάλι στην άμμο και να ξεχάσει τι ακριβώς συνέβη την τελευταία ημέρα του Ιανουαρίου του 1996 στις άγνωστες μέχρι τότε βραχονησίδες των Δωδεκανήσων. Οι συνέπειες μίας ήττας, ούτε ξεχνιούνται ούτε κρύβονται για πάντα, καθώς έρχεται η στιγμή που οι νικητές σπεύδουν να εισπράξουν…

Για παράδειγμα, οι –διπλωματικής και στρατιωτικής υφής- εντάσεις γύρω από το Αγαθονήσι και το Φαρμακονήσι, οι οποίες συνεχίζονται σχεδόν αδιαλείπτως από τότε μέχρι και σήμερα, υπενθυμίζουν το γραμμάτιο που υπέγραψε η κυβέρνηση Σημίτη το 1996 προκειμένου να αποφύγει την κλιμάκωση της κρίσης των Ιμίων σε θερμή στρατιωτική αναμέτρηση και την εξέλιξή της σε ελληνοτουρκικό πόλεμο.

Η ελληνική κυβέρνηση τότε κατέθεσε εχέγγυα (αποδέχθηκε τις τουρκικές αμφισβητήσεις για την ύπαρξη των νησιών, νησίδων και βραχονησίδων με αδιευκρίνιστη κυριαρχία) στην Τουρκία με τριτεγγυητή την Ουάσινγκτον προκειμένου να «αγοράσει» ευρωπαϊκό εκσυγχρονισμό, ευρώ και… ειρήνη.

Με δεδομένη την οικονομική καταστροφή της χώρας, δεν θα είναι διόλου περίεργο –μάλλον αναμενόμενο, θα λέγαμε- αν οι εν λόγω Αμερικάνοι και Τούρκοι «πιστωτές» εμφανιστούν με κάποιον τρόπο ανάμεσα στους υπόλοιπους οι οποίοι σήμερα διαμοιράζουν τα ελληνικά ιμάτια κρατώντας τα «ομόλογα» της κρίσης των Ιμίων και απαιτήσουν την εξόφλησή τους…
Η κρίση των Ιμίων και κυρίως οι συμφωνίες απεμπλοκής από αυτήν, περιγράφουν έναν καθοριστικό κρίκο που συμπληρώνει την αλυσίδα των τουρκικών απαιτήσεων για την αναθεώρηση του status quo στα θαλάσσια σύνορα των δύο χωρών, η οποία ξεκίνησε από τη δεκαετία του ’70.

Το κόστος του συμβιβασμού
Στην Ελλάδα υπογραμμίζεται το γεγονός ότι οι επιλογές της κυβέρνησης Σημίτη εκείνες τις δύσκολες μέρες απέτρεψαν τον πόλεμο. Καμία, ωστόσο, ουσιαστική συζήτηση δεν έχει γίνει για το κόστος που κατέβαλε η χώρα γι αυτή την αποτροπή. Και, κατ’ επέκταση, δεν έχει γίνει καμία αποτίμηση των κερδών και των ζημιών, των συνεπειών δηλαδή εκείνης της κρίσης, προκειμένου με τα νέα δεδομένα να διαμορφωθεί η στρατηγική της χώρας. Αντίθετα, αυτό που με επιμέλεια έγινε, ήταν να συγκαλυφθούν η νέα πραγματικότητα και οι συνέπειές της, οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
  • Αποδοχή των τουρκικών θέσεων περί γκρίζων ζωνών και ύπαρξης νησιών, νησίδων και βραχονησίδων με αδιευκρίνιστη κυριαρχία
  • Διμερής ελληνοτουρκικός διάλογος για τη διευθέτηση αυτών των ζητημάτων (και όχι μόνο της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας, όπως στρουθοκαμηλίζοντας ισχυρίζεται ακόμη η ελληνική πλευρά)
  • Επίσημη ανάθεση στην Ουάσινγκτον ρόλου παρατηρητή – διαιτητή για την τήρηση της συμφωνίας που απαγορεύει σε Ελλάδα και Τουρκία δραστηριότητες σε νησίδες μέχρι να διευκρινιστεί η κυριαρχία τους
  • Συνέχιση της εξαντλητικής και μέχρι τελικής πτώσης εξοπλιστικής κούρσας
  • Με απλά λόγια, η Ελλάδα απέφυγε μία σύγκρουση αγοράζοντας χρόνο, μέσα στον οποίο εξελίσσεται η συζήτηση επί κυριαρχικών δικαιωμάτων της.
Το πώς εκμεταλλεύτηκε αυτόν τον χρόνο που όλοι γνωρίζουμε σήμερα:
Αναζήτησε την προστασία στη ζώνη του ευρώ, κατέβαλλε ασύλληπτους πόρους σε εξοπλισμούς και φανφάρες (Ολυμπιακοί Αγώνες) και φούσκωσε με δανεικό αέρα παριστάνοντας την ισχυρή Ελλάδα, μέχρι που εμφανίστηκε η ώρα της… κρίσης και η πραγματικότητα, την οποία επιβάλλεται να δούμε κατά πρόσωπο, αν θέλουμε να την αντιμετωπίσουμε.