13/5/13

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ – ΤΑ ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Υπάρχει μία διάχυτη εντύπωσις ότι στην «νεοελληνικήν» γλώσσα χρησιμοποιούνται πολλές λέξεις προερχόμενες από διάφορες γλώσσες. Μία εξ’ αυτών θεωρείται και η τουρκική. Πολλές λέξεις που χρησιμοποιούμε υποτίθεται ότι είναι τουρκικές. Λέω υποτίθεται, διότι με μία μικρή έρευνα αποκαλύπτονται πέρα ως πέρα Ελληνικές. Στην ουσία πρόκειται είτε για απ΄ ευθείας αντιδάνεια, είτε για αντιδάνεια μέσω της περσικής και της αραβικής γλώσσας. (*)
Κατά τον αείμνηστον καθηγητήν Νεοκλήν Σαρρήν, οι Τούρκοι διωγμένοι από την χώραν καταγωγής τους, την Μογγολίαν, εξ’ αιτίας της αντικοινωνικής τους συμπεριφοράς, ήλθαν και κατασκήνωσαν νομάδες όντες στα ανατολικά της Μικράς Ασίας, (μόλις πριν από 1033 έτη), μη έχοντας παραπάνω από 500 λέξεις στο λεξιλόγιόν τους.
Έκτοτε, ερχόμενοι σε επαφή με τους γύρω λαούς, εμπλούτισαν το λεξιλόγιον τους κυρίως με λέξεις της περσικής, αραβικής, λατινικής, αρμενικής και βεβαίως Ελληνικής.
Παρ’ όλο που ο κατάλογος που ακολουθεί φαίνεται φτωχός και στην ουσία δεν έκανα τίποτε περισσότερο από το να συλλέξω στοιχεία και πληροφορίες και να τα παραθέσω, σας ενημερώνω ότι η διασταύρωσις και η καταγραφή τους ήταν δυσανάλογα χρονοβόρος και κοπιαστική και βεβαίως παραμένει μη πλήρης.

(*) Το γεγονός της μεταφοράς και χρήσεως Ελληνικών λέξεων είναι εμφανές στις περισσότερες (εάν όχι σε όλες) τις γλώσσες του κόσμου. Η μεταφορά μιας λέξεως δεν ακολουθεί αυστηρά και την μεταφορά του νοήματός της διότι αυτό μπορεί να αλλοιώνεται ή να προσαρμόζεται στις εκάστοτε συνθήκες.

Πηγές για την συλλογήν των πληροφοριών:

Περιοδικόν «ΔΑΥΛΟΣ» τεύχος 241
Η Ελληνική γλώσσα τροφός της Τουρκικής - Η πρωτοελληνική του απώτερου παρελθόντος
http://www.davlos.gr/webfiles/yearspec.php?id=7643&kod=11670&page=21
Εδώ όλο τεύχος http://www.davlos.gr/webfiles/pdf/241.pdf

Περιοδικόν «ΔΑΥΛΟΣ» τεύχος 247
Οι δήθεν τουρκικής προέλευσης λέξεις της Νεοελληνικής έχουν Ελληνική καταγωγή
http://www.davlos.gr/webfiles/yearspec.php?id=7649&kod=11853&page=47
Εδώ όλο τεύχος http://www.davlos.gr/webfiles/pdf/247.pdf

Περιοδικόν «ΔΑΥΛΟΣ» τεύχος 250
Κι άλλες λέξεις της Τουρκικής είναι ελληνικές
http://www.davlos.gr/webfiles/yearspec.php?id=7651&kod=11897&page=6
Εδώ όλο τεύχος http://www.davlos.gr/webfiles/pdf/250.pdf

«ΕΛΛΗΝ ΛΟΓΟΣ» ΆΝΝΑ ΤΖΙΡΟΠΟΥΛΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ. ΑΘΗΝΑΙ 2003 εκδ. «ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ»

Επιστολή Αξιωματικού Π.Α.
Εάν Μιλάνε οι Θεοί, Σίγουρα Μιλάνε Ελληνικά
http://strangehellas.blogspot.gr/2011/11/blog-post_2005.html#more

Μυκηναϊκόν γλωσσάριον
http://www.glossesweb.com/2010/12/blog-post_4448.html#.UCVTlqCa1Ug

Διάφορες πηγές διαδικτύου........




ΑΓΑΣ (δεσποτικός-αυταρχικός), εκ του ΑΓΩ= μεταφέρω, κατευθύνω, οδηγώ, εξ’ ου και ΑΓΙΟΣ = Καθοδηγητής. Άλλη εκδοχή εκ του ΜΕΓΑΣ, με τροπή του Ε σε Α = (Μ)ΑΓΑΣ (βλ. και το επίρρημα ΑΓΑΝ = πολύ, στο γνωστόν δελφικόν ρητόν ΜΗΔΕΝ ΑΓΑΝ = τίποτε πολύ, τίποτε υπερβολικόν)

ΑΓΙΑΖΙ (πρωινός ή νυχτερινός κρύος αέρας), εκ του ΓΑΙΑΖΕ =ο (αέρας) εκ της γης – γαίας - στεριάς προερχόμενος

ΑΛΑΝΑ (ανοιχτός χώρος), εκ του Αλώνι. Στις ευρωπαϊκές γλώσσες λόγω της δασείας, (Σ)αλώνι = Σαλόνι = Σαλούν

ΑΛΑΝΙ (αλήτης), εκ του ρήματος ΑΛΑΟΜΑΙ = Περιπλανώμαι. ΑΛΗ = αδιάκοπη περιπλάνησις

ΑΦΕΝΤΗΣ – ΑΦΕΝΤΙΚΟ (ηγεμών, κυρίαρχος, κύριος) εκ του ΑΥΘΕΝΤΗΣ = (αυτός + άνυμι = φέρω εις πέρας)

ΑΧΑΪΡΕΥΤΟΣ (αχρείος, αχάριστος) α + χαΐρι, εκ του ΧΑΡΙΣ

ΑΧΟΥΡΙ (στάβλος) (στα Περσικά αχβάρ) εκ του ΑΧΥΡΟΝ, ΑΧΥΡΩΝ

ΑΧΤΙ (μίσος, φόρτιση) εκ του ΑΧΘΟΣ = Βάρος

ΓΙΑΚΑΣ (περιλαίμιο), εκ του ΟΥΪΑ = ΟΥΓΙΑ, η άκρη, το τελείωμα του υφάσματος

ΓΙΑΟΥΡΤΙ (πηγμένο γάλα), εκ του αρχαιοελληνικού ΥΑΡΤΟΣ με συνήθη τροπή του Υ σε Γ (πρβλ. Ύαλος = Γυαλί)

ΓΙΑΡΜΑΣ (ροδάκινο), πιο σωστά το ΩΡΙΜΟ ροδάκινο, εκ του ΩΡΙΜΑΖΩ = ΓΙΟΥΡΜΑΖΩ = ΓΙΑΡΜΑΖΩ = ΓΙΑΡΜΑΣ

ΓΙΑΠΙ (οικοδομή), στα τουρκικά yapi εκ του yap = Κτίζω / Προσκολλώ εκ του ΑΠΤΩ

ΓΙΑΧΝΙ (αχνιστός), εκ του ΑΧΝΙΖΩ

ΓΙΛΕΚΟ (περιθωράκιον), εκ του ΓΛΟΚΚΗ = είδος ενδύματος

ΓΙΟΥΧΑ (αποδοκιμασία), εκ του ΙΑΧΗ

ΓΚΑΪΝΤΑ (άσκαυλος), εκ του ΓΟΑΩ (θρηνώ, βογκάω) = ΓΟΗΣ = ΓΟΗΤΟΣ = Γ(Κ)ΟΗΤΗ = ΓΚΑΪΤΗ = ΓΚΑΪΝΤΑ. Η προηγούμενη τροπή καθ΄ όμοιον τρόπον όπως π.χ. εκ του Καρύσσω = Γκαρίζω

ΓΚΕΜΙ (χαλινάρι), εκ του ΚΗΜΟ΄Σ (Χαλινός)

ΓΛΕΝΤΙ (διασκέδαση), εκ του ΕΚΛΕΝΤΙΟΝ = ΥΦΑΝΤΟΝ αλλά και ΕΟΡΤΗ μετά το πέρας της εργασίας ή εκ του ΓΕΛΟΙΑΖΩ

ΔΡΑΜΙ (μονάδα μετρήσεως βάρους), (στα Αραβικά ντιράμ ή ντιρχάμ) εκ του ΔΡΑΧΜΗ

ΕΡΓΕΝΗΣ (άγαμος), εκ του ΕΡΗΜΟΓΕΝΗΣ

ΖΑΜΑΝΙΑ (μεγάλο χρονικό διάστημα), εκ του ΖΑ (επιτατικόν μόριον) + ΜΗΝ (σεληνιακόν έτος = ο γνωστός μας μήνας). = ΖΑΜΗΝ(ΙΟΝ) = ΖΑΜΑΝΙ. Εξ’ ου και «moon» στα αγγλικά. Επίσης «μου-νί» = το γυναικείον αιδοίον που ακολουθεί δια της ΕΝ-ΜΗΝου (εμμήνου) ρύσεως τον κύκλον της σελήνης.

ΖΟΡΙ (δυσκολία), εκ του ΖΑ (επιτατικόν μόριον) + ΟΡΙΟΝ = Ζ(Α)ΟΡΙΟΝ = ΖΟΡΙ. Επίσης εκ του ΖΟΡΙ + ΒΙΩ = ΖΟΡΜΠΙΩ = ΖΟΡΜΠΩ = ΖΟΡΜΠΑΣ ο ζων στα όρια. (επικινδύνως). Ο ριψοκίνδυνος.

ΚΑΒΟΥΡΔΙΖΩ (φρυγανίζω-ξεροψήνω), εκ του ΚΑΠΥΡΟΣ (Ξηρός)

ΚΑΪΚΙ (βάρκα), εκ του ΑΚΑΤΙΟΝ εκ του ΑΚΑΤΟΣ

ΚΑΛΕΜΙ (γραφίδα), εκ του ΚΑΛΑΜΟΣ (Καλάμι)

ΚΑΖΑΝΙ (λέβητας), εκ του ΧΟΑΝΟΣ

ΚΑΛΟΥΠΙ (μήτρα-πρότυπο), εκ του ΚΑΛΑ΄ΠΟΥΣ (Καλαπόδι)

ΚΑΛΝΤΕΡΙΜΙ (πλακόστρωτος ή λιθόστρωτος δρόμος), εκ του ΚΑΛΛΙΔΡΟΜΕΙΟΝ

ΚΑΛΠΙΚΟΣ (κίβδηλος), εκ της μήτρας παραχαράξεως εκ του Καλούπι εκ του ΚΑΛΑ΄ΠΟΥΣ

ΚΑΡΠΟΥΖΙ (υδροπέπων), εκ του ΚΑΡΠΟΣ = ΚΑΡΠΟΥΣ

ΚΑΤΣΙΚΑ (ερίφι-γίδα), στα τουρκικά keci (το c με τσιγκελάκι από κάτω) το οποίον υποτίθεται από τα αλβανικά kac = σκαρφαλώνω. Όμως στα Ελληνικά λέγεται και (F)ΑΙΞ (ΑΙΓΑ, της ΑΙΓΟΣ εξ’ ου και ΑΙΓΗΪΣ = ΑΙΓΑΙΟΝ). Παρεφθαρμένη η ΑΙΞ, κατέληξε ΚΑΙΚΣ και ΚΑΤΣ. Στην Ελληνική Μυθολογία έχει ιδιαίτερη σημασία ως τροφός του Διός στην Κρήτη όπου τον έκρυψε η μητέρα του Ρέα, για να μην τον καταπιεί ο Κρόνος. Υπό την προστασία λοιπόν ή καλύτερα υπό την ΑΙΓ-ΙΔΑ της ΑΙΓΑΣ Αμάλθειας μεγάλωσε ο Ζευς, ο οποίος αργότερα όταν η Aμάλθεια γέρασε και πέθανε χρησιμοποίησε το δέρμα της για την κατασκευή της Αιγίδος - Ασπίδος του.

ΚΑΦΑΣΙ (κιβώτιο), εκ του ΚΑΦΗ = ΣΚΑΦΗ ή εκ του ΚΟΦΙΝΟΣ = ΚΟΦΙΝΙ

ΚΕΦΤΕΣ εκ του ΚΟΠΤΑΙ = ΚΟΦΤΑΔΕΣ = ΚΟΠΤΟΝ ΚΡΕΑΣ

ΚΙΜΑΣ (ψιλοκομμένο κρέας), ή ΚΕΜΑΣ εκ του ΚΕΑΖΩ = ΚΟΠΤΩ

ΚΙΟΣΚΙ (περίπτερο), εκ του ΣΥΣΚΙΟΣ (σκιασμένος) εκ του ΣΚΙΑΖΩ εκ του ΣΚΙΩ

ΚΟΛΑΪ (ευκολία-άνεση), εκ του ΕΥ-ΚΟΛΙΑ με προφανή αποκοπή του ΕΥ

ΚΟΥΒΑΣ (κάδος-αγγείο), εκ του ΚΟΦΙΝΟΣ = ΚΟΦΙΝΙ

ΚΟΥΣΟΥΡΙ (ελάττωμα-μειονέκτημα), εκ του ΚΟΥΤΣΟΥΡΟΝ εκ του KU-SU-RO (πανάρχαια λέξις που έχει αναγνωστεί στις επιγραφές της γραμμικής Β΄) (Πρβλ. την σημερινή έκφρασι ΞΥΛΟΝ ΑΠΕΛΕΚΗΤΟΝ). Τέτοιες λέξεις φαινομενικώς «ξένες» ή πολύ παλαιές που δικαιολογούν πανάρχαια επίδραση, έχουν περάσει σε άλλα λεξιλόγια ενώ προέρχονται από την πανάρχαια Γραμμική Β΄. Π.χ. KNOW εκ του KO-NO-SO (ΚΝΩΣΣΟΣ = ΚΟΚΝΩΣΚΩ = ΓΙΓΝΩΣΚΩ = ΓΝΩΡΙΖΩ), QUATRE εκ του QUE-TRO / QU-TO-RO (ΤΕΣΣΕΡΑ), MOTHER εκ του MA-TE-RE (ΜΑΤΕΡ (δωρικά) - ΜΗΤΗΡ), ELEPHANT εκ του E-RE-PA (ΕΛΕΦΑΣ)

ΛΑΓΟΥΜΙ (υπόνομος-οχετός), εκ του ΛΑΚΚΟΣ

ΜΑΓΙΑ (προζύμη-ζυθοζύμη), εκ του ΜΑΣΣΩ = ΖΥΜΩΝΩ

ΜΑΪΝΤΑΝΟΣ (πετροσέλινο-μακεδονίσι), Προφανής παραφθορά του ΜΑΚΕΔΟΝΗΣΙ

ΜΑΡΑΖΙ (φθίση), εκ του ΜΑΡΑΣΜΟΣ

ΜΕΖΕΣ (ορεκτικά), εκ του ΜΕΖΕΑ = Τα γεννητικά Μόρια των ζώων (Μικρά τεμάχια κρέατος)

ΜΕΡΑΚΙ (πόθος), εκ του ΙΜΕΡΑΚΙΟΝ εκ του ΙΜΕΡΟΣ = ΠΟΘΟΣ

ΜΕΡΕΜΕΤΙ (επισκευή-επιδιόρθωση), για την ακρίβεια, τεχνική εργασία δια χειρός εκ του ΜΑΡΗ = ΧΕΙΡ =ΧΕΡΙ

ΜΠΑΚΑΛΗΣ (παντοπώλης), εκ του ΒΑΚΑΛΑΟΣ = ΜΠΑΚΑΛΑΟΣ = ΜΠΑΚΑΛΙΑΡΟΣ = ΜΠΑΚΑΛΗΣ, εκ της συνήθους οσμής εντός των μπακάλικων.

ΜΠΑΜΠΑΣ (πατέρας), εκ του Ομηρικού ΠΑΠΠΑ

ΜΠΑΡΟΥΤΙ (πυρίτιδα), εκ του ΠΥΡΙΤΙΣ

ΜΠΕΛΑΣ (ενόχληση), εκ του ΒΕΛΛΙΟΝ = ΑΤΥΧΕΣ ή εκ του ΒΕΛΑΣ = ΕΙΡΩΝ, ΚΑΤΑΓΕΛΑΣΤΗΣ

ΠΟΥΣΤΗΣ-ΜΠΙΝΕΣ (κίναιδος-ασελγής), εκ του ΠΥΓΙΣΤΗΣ εκ του ΠΥΓΗ (ΟΠΙΣΘΙΑ), εξ΄ου και ΚΑΛΛΙΠΥΓΟΣ η έχουσα όμορφην ΠΥΓΗΝ. Το ΜΠΙΝΕΣ εκ του ΕΠΙ-ΒΑΙΝΩ.

ΜΠΟΙ (ανάστημα-ύψος), εκ του ΦΥΩ = ΦΥΗ = ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΙΣ

ΜΠΟΛΙΚΟΣ (άφθονος), εκ του ΠΟΛΥΣ

ΜΠΟΣΤΑΝΙ (λαχανόκηπος), εκ του ΒΟΤΑΝΟΝ, ΒΟΤΑΝΗ, ΒΟΤΑΝΙΚΟΣ

ΜΠΟΥΖΙ (πάγος-ψύχρα), στα τουρκικά buz εκ του εκ του ΠΑΓ-ΟΣ , ΠΗΓΝΥΜΙ = ΠΗΖΩ

ΜΠΟΥΤΙ (μηρός), εκ του ΠΟΥΣ (ΠΟΔΙ) (πρβλ. στα αραβικά akhtta-boutt = οκτά-πους / χταπόδι)

ΜΠΟΥΛΟΥΚΙ (στίφος-άτακτο πλήθος), εκ του ΠΛΕΟΣ, ΠΛΗΡΗΣ ή ΠΟΛΥΣ

ΜΠΟΥΛΟΥΚΟΣ (καλοθρεμμένος-παχουλός), στα τουρκικά bolluk εκ του εκ του ΠΟΛΛΟΥ εκ του ΠΟΛΥΣ

ΜΠΟΥΝΤΡΟΥΜΙ (φυλακή), παραφθορά του ΙΠΠΟΔΡΟΜΟΣ πιθανόν εξ’ αιτίας των σκοτεινών υπογείων-αποδυτηρίων εκείνης της εποχής. Πρβλ. το ΙΣΤΑΜΠΟΥΛ εκ του ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΟΛΙΝ

ΝΑΖΙ (κάμωμα-φιλαρέσκεια), εκ του ΝΕΑΖΩ = κάνω το μικρό

ΝΤΑΝΤΑ (παραμάνα-τροφός), εκ του ΤΙΤΘΗ = Τροφός

ΝΤΕΛΑΛΗΣ (διαλαλητής), προφανέστατη τροπή του Δ= ΝΤ. Διαλαλώ= ΔΙΑΛΑΛΗΤΗΣ = ΝΤΙΑΛΑΛΗ(ΤΗ)Σ = ΝΤΕΛΑΛΗΣ.

ΝΤΙΒΑΝΙ (κρεβάτι), εκ του ΔΙΒΑΝΙΟΝ (Ανάκλιντρον)

ΝΤΟΥΜΑΝΙ (καταχνιά-καπνός), εκ του ΘΥΜΙΑΩ = ΚΑΠΝΙΖΩ

ΠΑΖΑΡΙ (αγορά-διαπραγμάτευση), εκ των ΠΕΖΟΣ + ΠΟΡΕΥΟΜΑΙ = ΠΕΖΟΠΟΡΩ - ΠΕΖΕΜΠΟΡΟΣ

ΠΑΠΟΥΤΣΙ (υπόδημα), εκ των ΠΑΤΩ+ΠΟΥΣ

ΣΕΝΤΟΥΚΙ (κιβώτιο), εκ του ΣΑΝΔΥΞ = ΚΙΒΩΤΙΟΝ (γεν. του ΣΑΝΔΥΚΟΣ)

ΣΙΝΑΦΙ (συντεχνία, κοινωνική τάξη), εκ του ΣΥΝΑΦΗΣ / ΣΥΝΑΦΕΙΑ = ΣΥΝΕΝΩΣΙΣ

ΣΟ΄Ι (καταγωγή-γένος), εκ του ΣΟΙ΄ = ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΣΟΥ

ΤΑΒΑΝΙ (οροφή), εκ του ΤΑΒΛΑ εκ του ΤΑΛΙΑ = ΣΑΝΙΣ (Πρβλ. Λατινά tabula, Ιταλικά tavola, Αγγλικά table) εξ’ ου και ταμπλέττα, ταμπέλα, τάβλι κλπ.)

ΤΕΦΤΕΡΙ(κατάστιχο), εκ του ΔΙΦΘΕΡΑ (κατεργασμένο δέρμα)

ΤΣΑΡΚΑ (επιδρομή-περιπλάνηση), εκ του Κίρκος = Κύκλος (Εξ’ ου και Τσίρκο)

ΤΣΕΠΗ (θυλάκιο), εκ του ΣΚΕΠΗ = Κάλυμμα / Σκέπασμα

ΤΣΙΓΚΕΛΙ (αρπάγη-σιδερένιο άγκιστρο), εκ του ΑΓΚΥΛΗ

ΤΣΙΜΠΟΥΣΙ (φαγοπότι) εκ του ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ

ΤΣΙΦΟΥΤΗΣ-ΤΣΙΓΓΟΥΝΗΣ (φιλάργυρος), στα τουρκικά τσιφούτ-cιfit (το c με τσιγκελάκι από κάτω) σημαίνει εβραίος και τσιγγούνης. Το τσιγγούνης ως και το τσιγγάνος εκ του Αθίγγανος. Το ρήμα Θιγγάνω = πιάνω, αγγίζω, άρα Αθίγγανος = αυτός που δεν πιάνεται, που δεν τον αγγίζεις

ΦΑΡΑΣΙ (φτυάρι-σκουπιδολόγος), εκ του ΦΕΡΩ (αντί για την προτεινόμενη λέξη «σκουπιδολόγο» θεωρώ πιο ορθή λέξη τον «σκουπιδοφόρο»)

ΦΙΣΤΙΚΙ (πιστάκη), προφανώς εκ του ΠΙΣΤΑΚΗ με τροπή του Π σε Φ

ΦΛΙΤΖΑΝΙ (κύπελλο-μικρή κούπα), (στα Αραβικά φιντζάν), το ορθότερον ΦΛ-Υ-ΤΖΑΝΙ εκ του ΦΥΑΛΙΣ (ΦΥΑΛΙΔΙΟΝ)

ΧΑΖΙ (ευχαρίστηση), σημ. δεν σημαίνει ακριβώς ευχαρίστηση αλλά το αποτέλεσμα του χαζεύω (μένω με ανοικτό το στόμα, συνεκδοχικώς και από θαυμασμό) εκ του ΧΑΙΝΩ, ΧΑΣΚΩ

ΧΑΛΙ (τάπης, τάπητας), εκ του ΧΗΛΙΟΝ = ΠΛΕΚΤΟΝ

ΧΑΛΚΑΣ (κρίκος), εκ του ΧΑΛΚΕΥΩ / ΧΑΛΚΟΣ (σύνηθες μέταλλον κατασκευών)

ΧΑΜΑΛΗΣ (αχθοφόρος), εκ του ΧΘΑΜΑΛΟΣ / ΧΑΜΗΛΟΣ, διότι σκύβει (χαμηλώνει) προκειμένου να σηκώσει το βάρος. Πιθανότατα από ΄κει και η ΚΑΜΗΛΟΣ – ΚΑΜΗΛΑ για τον ίδιο λόγο.


ΧΑΣΑΠΙΚΟ (κρεοπωλείο), από το ΧΑΣΑΠΗΣ εκ του στα τουρκικά κασάπ = kasap εκ του kes εκ του εκ του ρήματος ΚΕΑΖΩ = ΣΧΙΖΩ = ΧΩΡΙΖΩ

ΧΑΠΙ (καταπότι), αραβ. Hap εκ του ΧΑΠΤΩ = ΚΑΤΑΠΙΝΩ

ΧΑΡΤΖΙΛΙΚΙ (μικρό χρηματικό ποσό), σημ. δωρεάν προσφορά, εκ του ΧΑΡΙΣΤΕΙΟΝ = Προσφορά

ΧΑΤΙΡΙ (χάρη), εκ του ΧΑΡΙΣ

Η Έρευνα συνεχίζεται...