28/1/13

Πῶς τό ἑλληνικό λάδι θά κατακτήσῃ τήν Κίνα


Πῶς τό ἑλληνικό λάδι θά κατακτήσῃ τήν Κίνα

Σταθερά ανοδικές είναι οι εξαγωγές ελληνικού ελαιόλαδου προς τις αγορές της Ασίας, στέλνοντας ένα αισιόδοξο μήνυμα πίσω στην Ελλάδα.

Στα τέλη Σεπτεμβρίου σας είχαμε παρουσιάσει από την στήλη μας «Ψωνίζουμε Ελληνικά» 11 μικρές επιχειρήσεις τροφίμων που διακρίνονται στο εξωτερικό για την ποιότητα των προϊόντων τους. Οι περισσότερες δραστηριοποιούνται στον τομέα του ελαιόλαδου, εκεί όπου η Ελλάδα έχει μια ποιοτική υπεροχή απέναντι σε όλες τις αντιπάλους της.

Πολλές από τις επιχειρήσεις εκείνες, όπως η Γαία, η Blauel, η Candias Oil, είναι γνωστές ακόμη και στις αγορές της Ασίας. Δίπλα τους βρίσκονται και όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον κλάδο της παραγωγής ελαιόλαδου στη χώρα μας. Οι συνολικές τους εξαγωγές στις ανερχόμενες χώρες της Ασίας αυξάνονται χρόνο με το χρόνο.

Ειδικά οι Κινέζοι, μοιάζουν τον τελευταίο καιρό να έχουν ενθουσιαστεί με το ελληνικό λάδι. Το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο των μικρών εταιρειών που προαναφέραμε, αλλά και των μεγαλύτερων, πιο γνωστών ελληνικών επιχειρήσεων, αποτελεί σταθερή επιλογή των Κινέζων «γκουρμέδων», ενώ και ανάμεσα στα φθηνότερα ελαιόλαδα, είναι το ελληνικό αυτό που αποσπά τα καλύτερα σχόλια.

Όλα αυτά είναι ιδιαίτερα θετικά μηνύματα, γιατί η ασιατική αγορά είναι τεράστια και το μερίδιο της Ισπανίας είναι τόσο μεγάλο, που σίγουρα η Ελλάδα έχει πολύ ακόμη να κλέψει από αυτό, αν συνεχίσει να υπερέχει σε ποιότητα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η δεύτερη στη λίστα Ιταλία (η Ελλάδα είναι, προς το παρόν, τρίτη) βλέπει τα ποσοστά της να πέφτουν χρόνο με το χρόνο…

Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Πρεσβείας Ελλάδος στο Πεκίνο, οι Ελληνικές εξαγωγές αυξήθηκαν σε ετήσια βάση (2010-2011) 54% σε όγκο και 38% σε αξία. Tα στοιχεία του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιολάδου είναι ακόμη πιο θετικά: Οι εξαγωγες ελληνικού ελαιόλαδου στην Κίνα αυξήθηκαν κατά 62% την ίδια περίοδο. Από αυτές τις εξαγωγές, το 82% περίπου ήταν παρθένο ελαιόλαδο. Κοινώς, η Ισπανία πουλά ποσότητα, η Ελλάδα ποιότητα.

Το 2010-2011, η Ισπανία κατείχε τη μερίδα του λέοντος στην παγκόσμια παραγωγή ελαιολάδου, με ποσοστό 46%, ακολουθούμενη από την Ιταλία (15%) και την Ελλάδα (10%). Αυτά τα ποσοστά περίπου αντικατοπτρίζονται και στις εξαγωγές προς την Κίνα, με την εξαίρεση της Ιταλίας, της οποίας το ποσοστό είναι εντυπωσιακό (κοντά στο 30%). Ωστόσο χρόνο με το χρόνο, η Ιταλία δείχνει να χάνει τη δύναμή της και τη θέση της να παίρνει η Ελλάδα. Φυσικά και ο τομέας ανταγωνισμού των δύο χωρών είναι το παρθένο ελαιόλαδο, κορυφαίας ποιότητας.

Η αγορά είναι, προς το παρόν, περιορισμένη και εντοπίζεται στις μεγάλες πόλεις. Τα κανάλια διανομής είναι κατατμημένα σε εισαγωγείς μικρού μεγέθους και περιορισμένης γεωγραφικής εμβέλειας. Αυτό όμως, φαίνεται ότι θα αλλάξει σύντομα. Και το σύνολο της Κίνας θα γίνει εισαγωγέας παρθένου ελαιόλαδου, πράγμα που σημαίνει εξαιρετικές προοπτικές για την Ελλάδα.

Πώς όμως πρέπει να κινηθεί η χώρα μας για να πάνε όλα καλά; Ο διευθυντής του Ινστιτούτου Ελιάς και Υποτροπικών Φυτών Χανίων, Κώστας Χαρτζουλάκης λέει: «Όχι πολιτική βασισμένη στα δεδομένα του ’80, γιατί πια δεν είμαστε μόνοι μας στην αγορά όπως τότε. Σήμερα καλό λάδι παράγει και η Αργεντινή. Το λάδι πρέπει να βγει στις αγορές τυποποιημένο, όχι χύμα όπως γίνεται και το καρπώνονται οι Ιταλοί (σ.σ. ιδίως παλαιότερα, η Ελλάδα εξήγε μεγάλες ποσότητες παρθένου ελαιολάδου, που αγοραζόταν «χύμα» από ιταλικές βιομηχανίες και πωλείτο ως ιταλικό). Οι αγορές δεν περιμένουν την Ελλάδα».

Παρόμοιες προοπτικές φαίνεται να έχει το ελληνικό ελαιόλαδο και στην ινδική αγορά. Αλλά και στις υπόλοιπες ανερχόμενες χώρες, ακόμη και εκτός Ασίας, όπως είναι η Βραζιλία. Ήδη στη Ρωσία η παρουσία μας είναι πολύ μεγάλη. Σε λίγα χρόνια, λοιπόν, φαίνεται ότι θα μπορούμε να μιλάμε για κινεζική και ινδική κουζίνα, μαγειρεμένη σε έξτρα παρθένο ελαιόλαδο από την Κρήτη, τη Μάνη ή την Καλαμάτα. Αρκεί τα βήματα να γίνουν προσεκτικά και να διατηρηθεί το πλεονέκτημα της ποιότητας όσο θα ανεβάσουμε και την ποσότητά μας. Γιατί, χωρίς αυτήν, είναι αδύνατον να ανταγωνιστούμε την τεράστια παραγωγή της Ισπανίας.