19/1/13

Ένα γλυπτό του Παρθενώνα θυμάται...


«Σμιλεύτηκα στο εργαστήριο του θεϊκού Φειδία, που βρισκόταν στη συνοικία των μαρμαράδων, στο Δήμο Αλωπεκής, σημερινή Δάφνη. Δημιουργός μου ήταν ένας ασχημομούρης που μολονότι δεν ξεπερνούσε τα 30, είχε ήδη κοιλιά και φαλάκρα.»

Μετριότατος καλλιτέχνης και τεμπελχανάς.
Ο Φειδίας τον ανεχόταν επειδή ήταν γιος του παλιού γλύπτη Σωφρονίσκου, αλλά και λόγω του κοφτερού μυαλού που επεδείκνυε σε όλους τους άλλους τομείς εκτός από τη γλυπτική.
*Στάθηκα,άτυχη από την πρώτη στιγμή. Στο εργαστήριο του Φειδία εργάζονταν 100 εξαίσιοι τεχνίτες, οι καλύτεροι γλύπτες και χαλκοχύτες των κλασικών χρόνων. Εγώ όμως έπεσα πάνω στον ατάλαντο Σωκράτη που έγινε γνωστός μόνο όταν εγκατέλειψε τη γλυπτική για να ασχοληθεί με τη φιλοσοφία. Πού τύχη να με σμιλέψουν τα χέρια του Αγοράκριτου, του μόνου μαθητή στον οποίο επιτρεπόταν να υπογράφει τα γλυπτά όχι με τ' όνομά του, αλλά με το δοξαστικό "Φειδίας". Ή του περίφημου Αλκαμένη, των Παριανών Θρασυμήδη, Λοκρού και Αρίστανδρου ή έστω του πιτσιρικά Σκόπα, του μεγαλύτερου γλύπτη της επόμενης γενιάς.
Λένε πως ο Φειδίας έδινε στ' αγάλματα πνοή, εμένα ο Σωκράτης μου έδωσε λόγο. Με την κουβέντα ξεχάστηκα να συστηθώ. Είμαι ό,τι απέμεινε από ένα ανάγλυφο των Τριών Χαρίτων. Εζησα στην αττική γη 2.000 χρόνια και βάλε. Από το 1817 δηλώνω μόνιμη κάτοικος Λονδίνου, αλλά αυτό είναι μια πονεμένη ιστορία...
 

Δόξα και παρακμή
Τοποθετημένη μεταξύ των Προπυλαίων και του ιερού της Απτέρου Νίκης, με απαράμιλλη θέα προς το Σαρωνικό, βίωσα όλη τη δόξα και την παρακμή της Αθήνας. Θυμάμαι τις μέρες της τοποθέτησής μας. Στον ιερό βράχο είχε στηθεί πραγματικό πανηγύρι.
*Ο κουτσός μηχανικός Αρτέμωνας περιφερόταν υποβασταζόμενος, ελέγχοντας τα βαρούλκα και τις μηχανές που είχε επινοήσει για να ανυψώσει τη Ζωφόρο, τις Μετόπες και όλους εμάς τους υπόλοιπους στις προκαθορισμένες θέσεις μας. Επρόκειτο για κολοσσιαίο έργο. Αλλωστε, τα μηχανήματα του Αρτέμωνα είχαν χαρίσει στον Περικλή σπουδαίες νίκες στις μάχες. Τώρα του πρόσφεραν τη σπουδαιότερη.

*Οταν τα πάντα είχαν στηθεί, η θεσπέσια Ασπασία είπε στο Φειδία για μας: "Δεν είναι κρίμα τέτοια υπέροχα γλυπτά να τοποθετηθούν τόσο ψηλά ώστε με μεγάλη δυσκολία να τα απολαμβάνουν οι άνθρωποι";
-"Μου αρκεί που τα βλέπουν οι θεοί", της απάντησε.
Αχ, Αθήνα! Είμαι προϊόν του Χρυσού Αιώνα. Εζησα όμως τη φρίκη του Πελοποννησιακού Πολέμου, είδα τους Σπαρτιάτες να γκρεμίζουν τα μακρά τείχη, το Φίλιππο, τον Αλέξανδρο και τους Ρωμαίους να μας κατακτούν.
*Τα προβλήματα άρχισαν με την επικράτηση του Χριστιανισμού. Φανατισμένοι πιστοί της νέας θρησκείας άρχισαν να καταστρέφουν τα ιερά και να σκυλεύουν τα αγάλματα που βρίσκονταν στο επίπεδο του εδάφους. Με τους Βυζαντινούς, τους Φράγκους, τους Αρβανίτες, τους Σλάβους, τους Καταλανούς και τους Τούρκους δεν περάσαμε τις καλύτερές μας στιγμές. Οι καταστροφές ωστόσο, ήταν εντέλει μικρές.
*Πραγματική λαίλαπα για μας τα γλυπτά ήταν οι Ευρωπαίοι, μετά την εποχή της Αναγέννησης. Η αρχαιολατρεία έγινε συρμός. Διάφοροι φραγκοντυμένοι περιηγητές, απεσταλμένοι δόγηδων, βασιλιάδων και φιλότεχνων μεγιστάνων άρχισαν τις «επιτόπιες μελέτες», που εξελίχθηκαν σε συλλεκτική μανία για να καταλήξουν σε αρπαγές και βανδαλισμούς.
*Το 1350 άκουσα το Γερμανό Rudolph von Suchen που ταξίδεψε στην Ιταλία και την Ελλάδα, να λέει ότι ολόκληρη η Γένοβα ήταν χτισμένη με μάρμαρα και κίονες απ' την Αθήνα, ενώ οι περιηγητές αποκεφάλιζαν αγάλματα και ακρωτηρίαζαν μύτες για να διακοσμήσουν τα σαλόνια τους.
*Κατά την πολιορκία της Ακρόπολης, το 1687, ο Βενετός Φραγκίσκος Μοροζίνι διάλεξε το εξαίσιο γλυπτικό σύμπλεγμα του δυτικού διαζώματος με τον Ποσειδώνα και τα δύο άλογα, για να το μεταφέρει ολόκληρο στην πατρίδα του. Κατά την απόσπαση, όμως, των γλυπτών γκρεμίστηκε ολόκληρο τμήμα του ναού και τα μάρμαρα θρυμματίστηκαν καταγής. Ο Μοροζίνι έγραψε στη σύγκλητο, όπως έμαθα, ότι "ευτυχώς δεν έπαθαν τίποτε οι βενετσιάνοι τεχνίτες". Ολοι οι μισθοφόροι της γαληνοτάτης δημοκρατίας έφυγαν από την Αθήνα με αναμνηστικά εκατοντάδες κεφάλια από αγάλματα, μετόπες και αετώματα. Ο γραμματικός του αρχιστράτηγου San Gallo και ο δανός λοχαγός Hartmand υπερηφανεύονται γι' αυτό σε γραπτά τους.
*Το 1801 ο λόρδος Ελγιν, πρεσβευτής κι αυτός στην Κωνσταντινούπολη, εξασφαλίζει φιρμάνι για αρπαγή μνημείων και μεταφορά της λείας στην Αγγλία. Ουσιαστικά επρόκειτο για το σύνθημα κατεδάφισης του Παρθενώνα, κι αυτά τα λέει κάποια που τα έζησε από κοντά. Τον Οκτώβριο του 1802, καθώς με σκαλωσιές ξεκολλούσαν τις μετόπες, ένα τμήμα από την τοιχοδομή χαλάρωσε εξαιτίας των μηχανημάτων.
*"Τότε γκρεμίστηκαν τα ογκώδη πεντελικά μάρμαρα με φοβερό βρόντο και τα θρυμματισμένα κομμάτια διασκορπίστηκαν ανάμεσα στα ερείπια", όπως έγραψε και ο Edward Clarke, ένας απ' τους αρχιτεχνίτες του Ελγιν. Εκείνη τη στιγμή κατέρρευσα κι εγώ. Σωριαστήκαμε μαζί με τις αδελφές μου στο έδαφος και σπάσαμε σε πέντε κομμάτια. Εγώ ήμουν το μεγαλύτερο κι έτσι φορτώθηκα σε πλοίο για Λονδίνο.
*Εκανα δεκαετίες να συνηθίσω το μουντό καιρό της Αγγλίας και το αποστειρωμένο περιβάλλον του μουσείου.Μου λείπει αφάνταστα ο αττικός ουρανός, το κλίμα του Λεκανοπεδίου και η αύρα του Σαρωνικού, παρ' όλο που έχουν πιάσει τ' αφτιά μου έλληνες επισκέπτες να συζητούν για μια σημερινή Αθήνα που με τρομάζει. Με εκνευρίζουν αφόρητα οι ορδές των τουριστών με τις βιντεοκάμερες και τα φλας, οι ανιαρές περιγραφές των ξεναγών και τα κακόγουστα κοκτέιλ πάρτι του βρετανικού μουσείου, με υψηλούς προσκεκλημένους».
[Πηγή: Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, Φεβρουάριος 2011]